Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευχές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευχές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Ευχές 2013...

Ο χρόνος τελειώνει κι εγώ είμαι στη δουλειά και βλέπω το inbox μου να γεμίζει με email αποχωρήσεων... Από την Τετάρτη τα πράγματα θα είναι εντελώς διαφορετικά και το μέλλον σίγουρα θολό...

Δεν μπορώ να κάνω κάτι αυτή την στιγμή, προσπαθώ να σταματήσω να σκέφτομαι την χρονιά που έρχεται διότι μπαίνω σε ένα loop κακών σκέψεων και άγχους... Όλα είναι αβέβαια και δυσοίωνα αλλά πρέπει να σταθούμε όρθιοι και να την παλέψουμε αν όχι για μας αλλά γι' αυτούς που αγαπάμε...

Καλή χρονιά με υγεία εύχομαι σε όλους... Μακάρι το 2013 αν δεν μπορεί να μας χαρίσει περισσότερες χαρές από το 2012, να μας χαρίσει τουλάχιστον περισσότερη ελπίδα...

Στον εαυτό μου εύχομαι να συνεχίσει να περπατάει στο μονοπάτι που έχει ήδη ανοίξει και που μακάρι να γίνει δρόμος...

Καλά να είμαστε όλοι!

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Καλά Χριστούγεννα με μια εικόνα...

Σκεφτόμουν ότι θα ήταν ωραίο μαζί με τις ευχές μου να μπορούσα να έκανα κι ένα δωράκι σε όσους διαβάζουν αυτό το blog, για το καλό, μήπως έβρισκα κάποιο freebie ή κάποιο γουστόζικο video από το You Tube αλλά δεν ήξερα τι.... Το δώρο μου τελικά είναι μια εικόνα και ένα συναίσθημα... 

Κατά τις 8:00 απόψε, ετοιμάζω hot dogs στην κουζίνα για να φάμε μαζί με τον αδερφό της Μ. (και νονό του Σ. ) και την κοπέλα του... Ο Σ. παίζει με τον νονό του, την μαμά του και την Κ. στο δωμάτιό του όταν τον ακούω να τραγουδάει τον "Ρούντολφ το ελαφάκι" με την αδέξια μισομωρουδιακή, μισοπαιδική φωνούλα του, να θυμάται όλους τους στίχους απ' έξω και να χοντραίνει την φωνή του όταν ο Άη Βασίλης μιλάει στον Ρούντολφ... Μπήκα στο δωμάτιο του και τον είδα να κάθεται στο καρεκλάκι του και να απολαμβάνει την λατρεία στα μάτια των υπολοίπων στο δωμάτιο, τον αγκάλιασα και του έδωσα δυο φιλιά στα μάγουλα, προσέχοντας να μην τον γρατζουνίσω με τα γένια μου καθώς έχω αρκετές μέρες αξύριστος και ήμουν ευτυχισμένος...

Εύχομαι σε όλο τον κόσμο να είναι ευτυχισμένος μαζί με αγαπημένους ανθρώπους...

Καλά Χριστούγεννα, χρόνια πολλά με υγεία!

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Δύο χρόνια μπαμπάς...

Σήμερα έχεις τα γεννέθλιά σου κι εγώ κλείνω δυο χρόνια μπαμπάς σου...

Πέρυσι, σου έγραψα τι έγινε την ημέρα που γεννήθηκες καθώς και την προηγούμενη...

Φέτος θέλω απλά να σου πω ότι είμαι πολύ ευτυχισμένος που υπάρχεις στη ζωή μου όσο και αν δεν τα καταφέρνω να σου το δείχνω πάντα με τον σωστό τρόπο...

Είναι κάτι βράδια που πριν πέσω για ύπνο έρχομαι να σε σκεπάσω και κάθομαι και σε κοιτάζω για κανένα πεντάλεπτο κι εκεί καταλαβαίνω ποιο είναι το πραγματικό νόημα στη ζωή και για ποιους λόγους αξίζει να θες να γίνει ο κόσμος καλύτερος....

Χρόνια σου πολλά, σε αγαπώ πολύ...

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

3 χρόνια Ψαροκόκαλο...

Σήμερα, ανήμερα του Αγίου Αθανασίου, το "Ψαροκόκαλο" γίνεται 3 ετών... Εγκαταλείπει την βρεφική του ηλικία και περνάει δόξη και τιμή στην νηπιακή... Άλλοτε με τα κέφια του άλλοτε με τις μαύρες του, είναι ένα νήπιο που προσπαθεί να αποτυπώσει τον χαρακτήρα του "μπαμπά" του, ένα παράθυρο προς τα μέσα, άλλοτε μισάνοιχτο κι άλλοτε μισόκλειστο... Χρόνια του πολλά, anyway...

Υ.Γ. Σήμερα γιορτάζει κι ο πεθερός μου, να' ναι καλά ο άνθρωπος, πέρασε κι ένα ζόρι με την υγεία πολύ πρόσφατα, ευτυχώς από αυτά που περνάνε...

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

Απολογισμός 2011 - Οι στόχοι μου για την χρονιά που έρχεται...


Δεν κατάφερα να ξανακόψω το τσιγάρο, ο στόχος ανανεώνεται και για την νέα χρονιά...

Ξεκίνησα karate, έχασα πολλά μαθήματα διότι ο Δεκέμβρης ήταν εξαιρετικά δύσκολος μήνας και δεν υπήρχε χρόνος αλλά συνεχίζω κανονικά...

Η διατροφή μου έχει διορθωθεί, έχει τις καλές της μέρες και τις κακές αλλά είναι καλή γενικά...

Ελάττωσα το άγχος, έγινα πιο ψύχραιμος, πιο επίμονος, πιο υπομονετικός, μπράβο μου (εγκάρδιο χτύπημα επιβράβευσης στην πλάτη)...

Λεφτά παραπάνω έβγαλα, αφού δούλεψα αυτό τον χρόνο περισσότερο από κάθε άλλο... Το κακό είναι ότι τα λεφτά αυτά δεν κάνανε τη διαφορά, ούτε αντικατοπτρίζουν την κούραση και την προσπάθεια αυτής της χρονιάς...

Το βιβλίο της Python δεν το τέλειωσα ποτέ... Έκανα πολλές απόπειρες μέσα στην χρονιά να εμβαθύνω σε κάποια γλώσσα προγραμματισμού, πέρα από τις στενές απαιτήσεις της δουλειάς μου, αλλά δεν τα κατάφερα... Δεν έχω καταφέρει ακόμα να βρω αυτό που μου ταιριάζει και μάλλον δεν έχω την υπομονή αλλά ούτε και τον χρόνο που χρειάζεται να επενδύσω για να μάθω κάτι νέο...

Διάβασα πολλά ωραία βιβλία, είδα πολλές ωραίες ταινίες και πολλές ωραίες σειρές... Τελευταία, την παρακολουθώ αυτές τις μέρες, το καταπληκτικό, "Game Of Thrones"...

Ταξίδι στο εξωτερικό, δυστυχώς, δεν κάναμε... Θες η οικονομική αβεβαιότητα, θες ο φόβος του να μην ταλαιπωρηθούμε εμείς και το παιδί, δεν πήραμε την απόφαση... Δεν ξέρω αν θα την πάρουμε μέσα στο 2012, το ελπίζω... Ελπίζω επίσης, το ταξίδι, εφόσον γίνει, να είναι μετ' επιστροφής και όχι one way (βλέπε μετανάστευση)...

Σε γενικές γραμμές το 2011 ήταν μια δύσκολη χρονιά, τόσο προσωπικά όσο και γενικότερα, σε προσωπικό επίπεδο όμως, το πρόσημό της ήταν θετικό... Ειπώθηκαν αλήθειες, βγήκαν χρήσιμα συμπεράσματα, αλλάξανε πολλά πράγματα, επαναπροσδιορίστηκαν σχέσεις, άλλες προς το καλύτερο και άλλες προς το χειρότερο, η αλήθεια είναι συγκρουσιακή πολλές φορές... Από το 2011 δεν θα ξεχάσω ποτέ το καλύτερο καλοκαίρι της ζωής μου και την απόλυτη ευτυχία που ένιωσα τις μέρες των διακοπών μας... Δεν έχω ξανανιώσει ποτέ άλλοτε έτσι, εκείνες τις μέρες έζησα πραγματικά τον παράδεισο...

Για τους στόχους της νέας χρονιάς φέτος δεν θα φτιάξω λίστα... Το 2012 θέλω να συνεχίσω να περπατάω στο δρόμο που ανοίχτηκε το 2011... Η αλήθεια, το θάρρος της γνώμης, η κατάργηση πάσης φύσεως εξαρτήσεων που με κρατούν πίσω συναισθηματικά, η ζωή μου που ορίζω εγώ και κανένας άλλος, η επιμονή, η υπομονή, η αυτοπεποίθηση, αυτά που έμαθα να εφαρμόζω το 2011, αυτά είναι οι στόχοι μου και για την νέα χρονιά... Αν όλα αυτά επιτευχθούν, ή έστω κάποιο μέρος τους, όλα τα υπόλοιπα, τα επιμέρους, θα έρθουν μόνα τους...

Καλή χρονιά, με υγεία, να έχουμε όλοι, μακάρι το 2012 να είναι καλύτερο από το 2011!!!

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

Μια Χριστουγεννιάτικη ιστορία...

Μεγάλωσα στην πολυκατοικία που έχτισε ο παππούς μου... Στο ισόγειο το μαγαζί, στον πρώτο όροφο η θεία μου, στον δεύτερο εμείς, στον τρίτο ο θείος μου με τους παππούδες... Υπήρχαν και άλλα διαμερίσματα στην πολυκατοικία, εκτός από αυτά που μέναμε το σόι, τα οποία ενοικιάζονταν από τον παππού, το σύνολο έξι...

Κάθε χρόνο λέγαμε τα κάλαντα μαζί με τα ξαδέρφια μου, τα παιδιά της θείας μου από τον πρώτο όροφο και οι πρώτοι "πελάτες" που τα ακούγανε ήταν όσοι μένανε στην πολυκατοικία... Χτυπούσαμε τις πόρτες των διαμερισμάτων, των δικών μας και των νοικάρηδων, όλοι άνοιγαν, όλοι ακούγανε τα κάλαντα και όλοι μας έδιναν χαρτζιλίκι, άλλος λίγο άλλος πολύ, ότι μπορούσε ο καθένας...

Σήμερα συνειδητοποίησα ότι εκτός των περιπτώσεων των ανθρώπων που δουλεύανε εκείνη την μέρα, οπότε δεν υπήρχε κανείς να ανοίξει την πόρτα, η πόρτα άνοιγε πάντα στο χτύπημα του κουδουνιού μας και όλοι είχαν πάντα διάθεση να ακούσουν τα κάλαντα από εμάς... Ούτε ένας , ούτε μια φορά δεν μας είπε, "Μας τα 'παν, άλλοι"... Ίσως επειδή είμαστε τα εγγόνια του ιδιοκτήτη και δεν ήθελαν να τον "δυσαρεστήσουν"...

Καλά Χριστούγεννα, καλές γιορτές και χρόνια πολλά σε όλους με υγεία!!!
Μακάρι όλα να πάνε καλά για όλους μας...

Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

Σαν σήμερα, πριν από ένα χρόνο...

Η πρώτη μας συνάντηση είχε κανονιστεί με ραντεβού... Θα γεννιόσουν Δευτέρα 1η Μαρτίου με καισαρική... Τα υπερβολικά πολλά αμνιακά υγρά στην κοιλιά της μαμάς σου σε έκαναν να επιπλέεις κανονικότατα και να μην παίρνεις θέση "εξόδου", ενώ κανά δυο περιστροφές του ομφάλιου λώρου γύρω από τον λαιμό σου συνιστούσαν όχι ακριβώς ανησυχία αλλά προσοχή... 

Εκείνο το τελευταίο Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου, πριν τη γέννηση σου είχαμε περάσει μια χαλαρή και ξεκούραστη μέρα... Το βραδάκι βάλαμε στο dvd να δούμε το "Agora"... Είδαμε καμιά ώρα, νυστάξαμε και το κλείσαμε για να το δούμε την επομένη... Δεν ξέραμε ότι θα αξιωθούμε να ολοκληρώσουμε την ταινία κάποιους μήνες μετά...

Κατά τις 5 το πρωί της Κυριακής, 28 Φεβρουαρίου, ακούω μέσα στον ύπνο μου την μαμά σου να με φωνάζει από το μπάνιο... Πετάχτηκα πάνω και την ρώτησα τι έγινε... 

"Μάλλον σπάσανε τα νερά", μου είπε...

Κάτσαμε λίγο στο κρεβάτι ξαπλωμένοι και οι δύο και αφήσαμε την ώρα να περάσει για να σιγουρευτούμε ότι όντως κάτι τέτοιο συνέβαινε... Όταν η μαμά σηκώθηκε λίγο μετά για να ξαναπάει στο μπάνιο δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία ότι ερχόσουν να μας συναντήσεις... Πρώτα τηλέφωνο στη γιατρό, μετά στους παππούδες (που ακούγανε σαν υπνωτισμένοι μέσα στο άγριο χάραμα τα νέα) μετά ετοιμάσαμε το κρεβάτι σου το οποίο δεν είχαμε ετοιμάσει διότι πιστεύαμε ότι είχαμε άλλη μια μέρα περιθώριο για ετοιμασίες... Όταν τελειώσαμε φύγαμε κατευθείαν για το μαιευτήριο...

Εκεί η μαμά σου πέρασε στην αίθουσα τοκετού για να την ετοιμάσουν κι εγώ έμεινα απ' έξω με τους παππούδες σου που είχαν ήδη καταφτάσει για τις διατυπώσεις και την χαρτούρα... Μετά από λίγο με φώναξαν και πέρασα κι εγώ μέσα και έκατσα μαζί με την μαμά μέχρι που ήρθε η ώρα να την πάρουν για το χειρουργείο...

Το ρολόι έγραφε 9:10 όταν ήρθες πρώτη φορά στον κόσμο, έτσι μου είπε η μαμά σου... Λίγο μετά με φωνάξανε να έρθω να σε δω... Μπήκα στον δωματιάκι που σε είχανε φέρει μαζί με τους παππούδες  σου και όταν σε είδα κάτω από την κουβερτούλα να κουνιέσαι ο κόσμος μπήκε σε slow motion... Γύρω μου οι παππούδες σου κάτι κάνανε, κάτι λέγανε αλλά δεν καταλάβαινα τίποτα... Γονάτισα μπροστά στο πυρεξάκι και σε κοίταγα από κοντά... Κάποια στιγμή οι παππούδες σου έφυγαν και μας άφησαν μόνους με την νοσοκόμα που με ρώτησε αν ήθελα να σε κρατήσω... Κάθισα στην καρέκλα και σε ακούμπησε στην αγκαλιά μου... Ήσουν ακόμα πασαλειμμένος με αίματα και έκλαιγες... Εγώ σου έλεγα διάφορα και κάποια στιγμή ακούμπησες με το χέρι σου το πρόσωπό μου... Δεν ξέρω πόση ώρα κάτσαμε έτσι αλλά κάποια στιγμή η νοσοκόμα σε πήρε για να σε ετοιμάσει κι εγώ βγήκα έξω... 

Κάθισα στα καθίσματα απ' έξω από το δωμάτιο που σε είχανε με τον παππού σου τον Θ., οι υπόλοιποι είτε μιλούσαν στα τηλέφωνα είτε είχαν βγει έξω για να καπνίσουν...

"Είναι όμορφος, δεν είναι;" ρώτησα τον παππού σου και ξέσπασα σε δάκρυα....

Σαν σήμερα, πριν από ένα χρόνο... 

Χρόνια σου πολλά, σε αγαπώ πολύ...

Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

"Χριστούγεννα στην σπηλιά" του Φώτη Κόντογλου - Καλά Χριστούγεννα!!!

Έψαχνα να βρω κάποιο ωραίο χριστουγεννιάτικο παραμύθι για το ευχετήριο post, ένεκα η ημέρα αλλά έπεφτα διαρκώς πάνω στα ίδια και τα ίδια έτσι αποφάσισα να αναδημοσιεύσω μια χριστουγεννιάτικη ιστορία του Φώτη Κόντογλου, έτσι για αλλαγή για να μας θυμίσει ότι Χριστούγεννα για την Ελλάδα δεν είναι μόνο έλατα, έλκηθρα και στρουμπουλοί (γλυκύτατοι δεν διαφωνώ) κοκκινοφορεμένοι άγιοι...

Χρόνια πολλά και καλά σε όλους, με υγεία, ευτυχία και ειδικά για τους βιβλιόφιλους με πολλά καλά βιβλία!!!

Χριστούγεννα στη σπηλιά

Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα και χιονιάς πάντα πάνε μαζί. Μα εκείνη τη χρονιά οι καιροί ήτανε φουρτουνιασμένοι παρά φύση. Χιόνι δεν έριχνε. Μοναχά που η ατμόσφαιρα ήτανε θυμωμένη, και φυσούσανε σκληροί βοριάδες με χιονόνερο και μ' αστραπές. Καμμιά βδομάδα ο καιρός καλωσύνεψε και φυσούσε μια τραμουντάνα που αρμενιζότανε. Μα την παραμονή τα κατσούφιασε. Την παραμονή από το πρωΐ ο ουρανός ήτανε μαύρος σαν μολύβι, κ' έπιασε κ' έρριχνε βελονιαστό χιονόνερο.

Σε μια τοποθεσία που τη λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ένα μαντρί με γιδοπρόδατα, απάνω σε μια πλαγιά του βουνού που κοίταζε κατά το πέλαγο. το μέρος αυτό ήτανε άγριο κ' έρημο, γεμάτο αγριόπρινα, σκίνους και κουμαριές, που ήτανε κατακόκκινες από τα κούμαρα. το μαντρί ήτανε τριγυρισμένο με ξεροτρόχαλο [=ξερολιθιά].

Οι τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σε μια σπηλιά που βρισκότανε παραμέσα και πιο ψηλά από τη μάντρα και που κοίταζε κατά τη νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, με τρία - τέσσερα χωρίσματα, κι αψηλή ως τρία μπόγια. Τα ζωντανά σταλιάζανε κάτω από τις χαμηλές σάγιες, που έσκυβες για να μπεις μέσα. Σωροί από κοπριά στεκόντανε εδώ κ' εκεί, και βγάζανε μια σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, το χώμα ήτανε σκουπισμένο και καθαρό, γιατί οι τσομπάνηδες ήτανε μερακλήδες, και βάζανε τα παιδιά και σκουπίζανε ταχτικά με κάτι σκούπες κανωμένες από αστοιβιές.

Αρχιτσέλιγκας ήτανε ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, ένας άνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ανάμεσα στα γίδια και στα πρόβατα. Ήτανε μαύρος, μαλλιαρός, με γένεια μαύρα κόρακας, σγουρά και σφιχτά σαν του κριαριού. Φορούσε σαλβάρια κοντά ως το γόνατο, σελάχι στη μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριά τζεσμέδια στα ποδάρια του. το κεφάλι του το είχε τυλιγμένο μ' ένα μεγάλο μαντίλι σαν σαρίκι, κ' οι μαρχαμάδες [= τα κρόσια] κρεμόντανε στο πρόσωπό του. Αρχαίος άνθρωπος!
Είχε δυο παραγυιούς, τον Αλέξη και τον Δυσσέα, δυο παλληκαρόπουλα ως είκοσι χρονών. Είχε και τρία παιδιά, που τους βοηθούσανε στ' άρμεγμα και κοιτάζανε το μαντρί νά 'ναι καθαρό. Αυτές οι έξι ψυχές εζούσανε σε κείνο το μέρος, κρυφά από τον Θεό. Ανάρια βλέπανε άνθρωπο.

Η σπηλιά ήτανε καπνισμένη κι ο βράχος είχε μαυρίσει ως απάνω από την καπνιά που έβγαινε από το στόμα της σπηλιάς. Εκεί μέσα είχανε τα γιατάκια τους, σαν μεντέρια, στρωμένα με προβιές. Στους τοίχους της σπηλιάς είχανε μπήξει παλούκια μέσα στις σκισμάδες του βράχου, και κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια και μαχαίρια, λες κ' ήτανε λημέρι των ληστών. Απ' έξω φυλάγανε οι σκύλοι, όλοι άγριοι σαν λύκοι.

Η ακροθαλασσιά βρισκότανε ως ένα τσιγάρο απόσταση από τη μάντρα. Ήτανε έρημη, κι άλλο δεν ακουγότανε εκεί πέρα παρά μοναχά ο αγκομαχητός του πελάγου, μέρα - νύχτα. Με τον βοριά απάγκιαζε, και καμμιά φορά πόδιζε κανένα καΐκι. Αλλιώς δεν έβλεπες βάρκα πουθενά. Από το μαντρί αγνάντευε κανένας το πέλαγο ανάμεσα στα δέντρα, και το μάτι ξεχώριζε καθαρά τα βουνά της Μυτιλήνης.

Την παραμονή τα Χριστούγεννα, είπαμε πως ο καιρός χάλασε, κι άρχισε να πέφτει χιονόνερο. Οι τσομπάνηδες είχανε μαζευτεί στη σπηλιά κι ανάψανε μια μεγάλη φωτιά και κουβεντιάζανε. Τα παιδιά είχανε σφάξει δυο αρνιά και τα γδέρνανε. Ο Αλέξης έβαλε απάνω σ' ένα ράφι μυτζήθρες και τυρί ανάλατο μέσα στα τυροβόλια, αγίζι και γιαούρτι. Ο Δυσσέας είχε μια παλιά Σύνοψη, κ' επειδή γνώριζε λίγο από ψαλτικά κ' ήξερε και πέντε γράμματα, διάβαζε τις Κυριακάδες κι όποτε ήτανε γιορτή κανένα τροπάρι και λιγοστά από τον Εξάψαλμο. Εκείνη την ώρα φυλλομετρούσε τη Σύνοψη, για να δει τι γράμματα ήτανε να πει.

Θά 'τανε ώρα σπερινού. Κείνη την ώρα ακούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πως θά 'τανε τίποτα κυνηγοί. το ένα παιδί, που είχε πάγει να φέρει ξύλα με τον γάϊδαρο, είπε πως το πρωΐ είχε ακούσει τουφεκιές κατά την από μέσα θάλασσα, κατά την Άγια-Παρασκευή. Οι σκύλοι πιάσανε και γαβγίζανε όλοι μαζί και πεταχτήκανε όξω από τη μάντρα.

Σε λίγο φανερωθήκανε από πάνω από τη σπηλιά δυό άνθρωποι με τουφέκια, και φωνάζανε τους τσομπάνηδες να μαζέψουνε τα σκυλιά, που χυμήξανε απάνω τους. Ο Σκούρης άφησε τους ανθρώπους κι άρπαξε ένα από τα ζαγάρια πού 'χανε οι κυνηγοί και το ξετίναζε να το πνίξει. Ο κυνηγός έρριξε απάνου του, και τα σκάγια τον πόνεσανε και γύρισε πίσω, μαζί με τ' άλλα μαντρόσκυλα, που πηγαίνανε πισώδρομα όσο κατεβαίνανε οι κυνηγοί. Τέλος πάντων, εβγήκε ο Μπαρμπάκος με τους άλλους και πιάσανε τον Σκούρη και τον δέσανε, διώξανε και τ' άλλα σκυλιά.

«Ώρα καλή, βρε παιδιά!» φώναξε ο Παναγής ο Καρδαμίτσας, ζωσμένος με τα φυσεγκλίκια, με το ταγάρι γεμάτο πουλιά.

Ο άλλος, που ήτανε μαζί του, ήτανε ο γυιός του ο Δημητρός.
«Πολλά τα έτη!» αποκριθήκανε ο Μπαρμπάκος κ' η συντροφιά του. «Καλώς ορίσατε!»
Τους πήγανε στη σπηλιά.
«Μωρέ, τ' είν' εδώ; Παλάτι! Παλάτι με βασιλοπούλες!» είπε ο μπάρμπα-Παναγής, δείχνοντας τις μυτζήθρες που αχνίζανε.

Τους βάλανε να καθήσουνε, τους κάνανε καφέ. Οι κυνηγοί είχανε κονιάκι. Κεραστήκανε.
«Βρε αδερφέ», έλεγε ο μπάρμπα-Παναγής, «ποιος να τό 'λεγε, χρονιάρα μέρα, πως θα κάνουμε Χριστούγεννα στο σπήλαιο που εγεννήθη ο Χριστός! Εχτές περάσαμε στην Άγια - Παρασκευή, να κυνηγήσουμε λίγο. Ε, δικός μας είναι ο ηγούμενος, κοιμηθήκαμε στο μοναστήρι, και σήμερα την αυγή βγήκαμε στο κυνήγι. Βλέποντας πως φουρτούνιασε ο καιρός, είπαμε πως δε θα μπορέσουμε να περάσουμε το μπουγάζι με τη σαπιόβαρκα του μπάρμπα-Μανώλη του Βασιλέ. Κ' επειδή ξέραμε απ' άλλη φορά το μαντρί, και με το κυνήγι πέσαμε σε τούτα τα σύνορα, είπαμε νά 'ρθουμε στ' αρχοντικό σας... Μωρέ, τι σκύλο έχετε; Αυτό είναι θηρίο, ασλάνι και καπλάνι!
Μπρε, μπρε, μπρε! το ζαγάρι το πετσόκοψε! Για κοίταξε τι χάλια το 'κανε!»

Και γύρισε σε μια γωνιά της σπηλιάς, που κλαμούριζε το σκυλί κ' έτρεμε σαν θερμιασμένο.
«Έλα δω, Φλοξ! Φλοξ!»
Μα η Φλοξ από την τρομάρα της τρύπωνε πιό βαθιά.
Άμα ήπιανε δυό-τρία κονιάκια, ο μπάρμπα-Παναγής άρχισε να μασά τα μουστάκια του, και στο τέλος έπιασε να τραγουδά:

Καλήν εσπέραν, άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,
Χριστού την θείαν γέννησιν να πω στ' αρχοντικό σας.

Ύστερα ο Δυσσέας έψαλε το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε».
Εκείνη την ώρα ακούσανε πάλι τα σκυλιά να γαβγίζουνε. Στείλανε τα παιδιά να δούνε τι είναι. Ο αγέρας είχε μπουρινιάσει κ' έρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο!

Σε λίγο πάψανε τα σκυλιά, και γυρίσανε πίσω τα παιδιά. Από πίσω τους μπήκανε στη σπηλιά τρεις άντρες, που φαινόντανε πως ήτανε θαλασσινοί, και δυό καλόγεροι, βρεμένοι όλοι και ξυλιασμένοι απ' το κρύο. Τους καλωσορίσανε, τους βάλανε και καθήσανε.

Μόλις πήγε κοντά στη φωτιά ο πρώτος, ο καπετάνιος, τον γνώρισε ο Μπαρμπάκος κ' έβγαλε μια χαρούμενη φωνή. Ήτανε ο καπετάν-Κωσταντής ο Μπιλικτσής, που ταξίδευε στην Πόλη. Είχε περάσει κι άλλη φορά από τη Σκρόφα, κ' είχανε δέσει φιλία με τον Μπαρμπάκο, που δεν ήξερε τι περιποίηση να τους κάνει. οι άλλοι δυό ήτανε γεμιτζήδες κι αυτοί, άνθρωποι του καϊκιού του.

Ο ένας από τους καλόγερους, ένας σωματώδης με μαύρα γένεια, ομορφάνθρωπος, ήτανε ο πάτερ-Σιλβέστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ο άλλος ήτανε λιγνός, με λίγες ανάριες τρίχες στο πηγούνι, σαν τον Άγιο Γιάννη τον Καλυβίτη. Τον λέγανε Αρσένιο Σγουρή.

Ο καπετάν-Κωσταντής ερχότανε από την Πόλη και πήρε στο καΐκι τον πάτερ-Σίλβεστρο, που είχε πάγει στην Πόλη από τ' Άγιον Όρος για ελέη, κ' ήθελε να κάνει Χριστούγεννα στην πατρίδα του. Ο πάτερ-Αρσένιος είχε ταξιδέψει μαζί του από τη Μονή του Παντοκράτορας στο Όρος, κ' ήτανε από τη Θεσσαλία.

Ταξιδέψανε καλά. Μα σαν καβατζάρανε τον Κάβο-Μπαμπά, ο αγέρας μπουρίνιασε, κι όλη τη μέρα αρμενίζανε με μουδαρισμένα πανιά και με τον στάντζο, ως που φτάξανε κατά το βράδυ απ' έξω από το Ταλιάνι. Ο καιρός σκύλιαξε κι ο καπετάνιος δεν μπόρεσε να 'μπει στο μπουγάζι, να κάνουνε Χριστούγεννα στην πατρίδα.
Αποφάσισε λοιπόν να ποδίσει, και πήγε και φουντάρισε στ' απάγκειο, πίσω από έναν μικρόν κάβο, από κάτω από το μαντρί. Κ' επειδή θυμήθηκε τον φίλο του τον Μπαρμπάκο, πήρε τους γέροντες και τους δυο άλλους νοματέους και τραβήξανε για το αγίλι [=μαντρί]. Στο τσερνίκι είχανε αφήσει τον μπαρμπ' - Απόστολο με τον μούτσο.

Σάν είδανε πως στη σπηλιά βρισκότανε κι ο κυρ-Παναγής με τον κυρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρά και φασαρία.

«Μωρέ να δεις», έλεγε ο κυρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε το τροπάρι, κι απάνω που λέγαμε «εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες υπό αστέρος εδιδάσκοντο...», φτάξατε κ' εσείς οι μάγοι με τα δώρα! Γιατί βλέπω μια νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσόν και λίβανον»!
Χα! Χα! Χα!» - γελούσε δυνατά ο κυρ-Παναγής, μισομεθυσμένος και ψευδίζοντας, και χάϊδευε την κοιλιά του, γιατί ήτανε καλοφαγάς.

Στο μεταξύ ο πάτερ - Αρσένιος ο Σγουρής ζωντάνεψε ο καϊμένος, κ' είπε σιγανά χαμογελώντας και τρίδοντας τα χέρια του:

«Δόξα σοι ο θεός, Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, που μας ελύτρωσες εκ του κλύδωνος!» κ' έκανε τον σταυρό του.

Ο πάτερ - Σίλβεστρος είπε να σηκωθούνε όρθιοι, κ' είπε λίγες ευχές, το «Χριστός γεννάται», κ' ύστερα με τη βροντερή φωνή του έψαλε:
«Μεγάλυνον, ψυχή μου, την τιμιωτέραν και ενδοξοτέραν των άνω στρατευμάτων.

Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον. Ουρανόν το σπήλαιον, θρόνον χερουβικόν την Παρθένον, την φάτνην χωρίον, εν ω ανεκλίθη ο αχώρητος Χριστός ο Θεός, ον ανυμνούντες μεγαλύνομεν.»

Ύστερα καθήσανε στο τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο και χαρούμενο δεν έγινε σε κανένα παλάτι. Τρώγανε και ψέλνανε. Και του πουλιού το γάλα είχε απάνω, από τα μοσκοβολημένα τ' αρνιά, τα τυριά, τα μανούρια, τις μυτζήθρες, τις μπεκάτσες και τ' άλλα πουλιά του κυνηγιού, ως τη λακέρδα και τ' άλλα τα πολίτικα που φέρανε οι θαλασσινοί, καθώς και κρασί μπρούσικο.

Όξω φυσομανούσε ο χιονιάς, και βογγούσανε τα δέντρα κ' η θάλασσα από μακριά. Ανάμεσα στα βουΐσματα ακουγόντανε και τα κουδούνια από τα ζωντανά που αναχαράζανε. Μέσα από τη σπηλιά έβγαινε η κόκκινη αντιφεγγιά της φωτιάς μαζί με τις ψαλμωδίες και με τις χαρούμενες φωνές. Κι ο κυρ-Παναγής έκλεβε κάπου-κάπου λίγον ύπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ' ύστερα ξυπνούσε κ' έψελνε μαζί με τη συνοδεία.

Αληθινά, από τη Γέννηση του Χριστού δεν έλειπε τίποτα. Όλα υπήρχανε: το σπήλαιο, οι ποιμένες, οι μάγοι με τα δώρα, κι ο ίδιος ο Χριστός ήτανε παρών με τους δύο μαθητές του, που ευλογούσανε «την βρώσιν και την πόσιν».

Φώτη Κόντογλου

Αναδημοσίευση από το paidika.gr

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2009

Χρόνια πολλά!!!

Αύριο είναι τα γεννέθλια της μάνας μου, γεννήθηκε 25 Μαρτίου του 1952 σε ένα χωριό της Κύπρου. Οι δικοί της επειδή γεννήθηκε του Ευαγγελισμού θέλησαν να την ονοματίσουν προς τιμήν της Παναγίας που γιόρταζε και αντί να την πουν Ευαγγελία ή Δέσποινα όπως θα ήταν λογικό, καθώς όπως είπαμε γεννήθηκε του Ευαγγελισμού, την είπαν...Παναγιώτα!!! (Είναι τρελοί αυτοί οι Κύπριοι...).

Η μάνα μου συνέχισε αυτή την ... "ιδιόρρυθμη" αντιμετώπιση του ονόματός της και αποφάσισε ότι θα γιορτάζει γεννέθλια και γιορτή την ίδια μέρα, στις 25 Μαρτίου, και δεν θα γιορτάζει την γιορτή της τον Δεκαπενταύγουστο, της Παναγίας δηλαδή, όπως υπαγορεύεται από το όνομά της...

Όπως και να έχει, αύριο συμπληρώνει 57 χρόνια ζωής και θα το γιορτάσουμε είτε είναι γεννέθλια είτε γιορτή είτε το Ιωβηλαίο...

Χρόνια πολλά και καλά ρε μάνα!!!