Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστούγεννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστούγεννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2013

Χριστουγεννιάτικα στολίδια...

Χειροποίητες μικρές κουκουβάγιες... Φτιαγμένες από τσόχα και παραγεμισμένες με διάφορα κουρελάκια ή βαμβάκι, με μοτίβα παιδικά... Μπορείτε να τις κρεμάσετε στο δέντρο, όπως κάναμε εμείς, αλλά μπορείτε να βρείτε και άλλες χρήσεις... ;)

χριστουγεννιάτικη κουκουβάγια 1

χριστουγεννιάτικη κουκουβάγια 2

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Δώρα...

Τα χριστουγεννιάτικα δώρα μου!

Φέτος υπήρξε συνεννόηση μεταξύ της Μ. και των δικών μου και αγοράστηκε η τριλογία του "Άρχοντα των Δαχτυλιδιών", να καλύψω επιτέλους αυτό το τεράστιο κενό που είχα στα fantasy αναγνώσματα μου....

Το άλλο βιβλίο είναι πολιτικά και τεχνολογικά επίκαιρο, ειδικά τώρα που μελετάω την Python... (μου χα χα!!!)

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Καλά Χριστούγεννα με μια εικόνα...

Σκεφτόμουν ότι θα ήταν ωραίο μαζί με τις ευχές μου να μπορούσα να έκανα κι ένα δωράκι σε όσους διαβάζουν αυτό το blog, για το καλό, μήπως έβρισκα κάποιο freebie ή κάποιο γουστόζικο video από το You Tube αλλά δεν ήξερα τι.... Το δώρο μου τελικά είναι μια εικόνα και ένα συναίσθημα... 

Κατά τις 8:00 απόψε, ετοιμάζω hot dogs στην κουζίνα για να φάμε μαζί με τον αδερφό της Μ. (και νονό του Σ. ) και την κοπέλα του... Ο Σ. παίζει με τον νονό του, την μαμά του και την Κ. στο δωμάτιό του όταν τον ακούω να τραγουδάει τον "Ρούντολφ το ελαφάκι" με την αδέξια μισομωρουδιακή, μισοπαιδική φωνούλα του, να θυμάται όλους τους στίχους απ' έξω και να χοντραίνει την φωνή του όταν ο Άη Βασίλης μιλάει στον Ρούντολφ... Μπήκα στο δωμάτιο του και τον είδα να κάθεται στο καρεκλάκι του και να απολαμβάνει την λατρεία στα μάτια των υπολοίπων στο δωμάτιο, τον αγκάλιασα και του έδωσα δυο φιλιά στα μάγουλα, προσέχοντας να μην τον γρατζουνίσω με τα γένια μου καθώς έχω αρκετές μέρες αξύριστος και ήμουν ευτυχισμένος...

Εύχομαι σε όλο τον κόσμο να είναι ευτυχισμένος μαζί με αγαπημένους ανθρώπους...

Καλά Χριστούγεννα, χρόνια πολλά με υγεία!

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

Μια Χριστουγεννιάτικη ιστορία...

Μεγάλωσα στην πολυκατοικία που έχτισε ο παππούς μου... Στο ισόγειο το μαγαζί, στον πρώτο όροφο η θεία μου, στον δεύτερο εμείς, στον τρίτο ο θείος μου με τους παππούδες... Υπήρχαν και άλλα διαμερίσματα στην πολυκατοικία, εκτός από αυτά που μέναμε το σόι, τα οποία ενοικιάζονταν από τον παππού, το σύνολο έξι...

Κάθε χρόνο λέγαμε τα κάλαντα μαζί με τα ξαδέρφια μου, τα παιδιά της θείας μου από τον πρώτο όροφο και οι πρώτοι "πελάτες" που τα ακούγανε ήταν όσοι μένανε στην πολυκατοικία... Χτυπούσαμε τις πόρτες των διαμερισμάτων, των δικών μας και των νοικάρηδων, όλοι άνοιγαν, όλοι ακούγανε τα κάλαντα και όλοι μας έδιναν χαρτζιλίκι, άλλος λίγο άλλος πολύ, ότι μπορούσε ο καθένας...

Σήμερα συνειδητοποίησα ότι εκτός των περιπτώσεων των ανθρώπων που δουλεύανε εκείνη την μέρα, οπότε δεν υπήρχε κανείς να ανοίξει την πόρτα, η πόρτα άνοιγε πάντα στο χτύπημα του κουδουνιού μας και όλοι είχαν πάντα διάθεση να ακούσουν τα κάλαντα από εμάς... Ούτε ένας , ούτε μια φορά δεν μας είπε, "Μας τα 'παν, άλλοι"... Ίσως επειδή είμαστε τα εγγόνια του ιδιοκτήτη και δεν ήθελαν να τον "δυσαρεστήσουν"...

Καλά Χριστούγεννα, καλές γιορτές και χρόνια πολλά σε όλους με υγεία!!!
Μακάρι όλα να πάνε καλά για όλους μας...

Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

"Χριστούγεννα στην σπηλιά" του Φώτη Κόντογλου - Καλά Χριστούγεννα!!!

Έψαχνα να βρω κάποιο ωραίο χριστουγεννιάτικο παραμύθι για το ευχετήριο post, ένεκα η ημέρα αλλά έπεφτα διαρκώς πάνω στα ίδια και τα ίδια έτσι αποφάσισα να αναδημοσιεύσω μια χριστουγεννιάτικη ιστορία του Φώτη Κόντογλου, έτσι για αλλαγή για να μας θυμίσει ότι Χριστούγεννα για την Ελλάδα δεν είναι μόνο έλατα, έλκηθρα και στρουμπουλοί (γλυκύτατοι δεν διαφωνώ) κοκκινοφορεμένοι άγιοι...

Χρόνια πολλά και καλά σε όλους, με υγεία, ευτυχία και ειδικά για τους βιβλιόφιλους με πολλά καλά βιβλία!!!

Χριστούγεννα στη σπηλιά

Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα και χιονιάς πάντα πάνε μαζί. Μα εκείνη τη χρονιά οι καιροί ήτανε φουρτουνιασμένοι παρά φύση. Χιόνι δεν έριχνε. Μοναχά που η ατμόσφαιρα ήτανε θυμωμένη, και φυσούσανε σκληροί βοριάδες με χιονόνερο και μ' αστραπές. Καμμιά βδομάδα ο καιρός καλωσύνεψε και φυσούσε μια τραμουντάνα που αρμενιζότανε. Μα την παραμονή τα κατσούφιασε. Την παραμονή από το πρωΐ ο ουρανός ήτανε μαύρος σαν μολύβι, κ' έπιασε κ' έρριχνε βελονιαστό χιονόνερο.

Σε μια τοποθεσία που τη λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ένα μαντρί με γιδοπρόδατα, απάνω σε μια πλαγιά του βουνού που κοίταζε κατά το πέλαγο. το μέρος αυτό ήτανε άγριο κ' έρημο, γεμάτο αγριόπρινα, σκίνους και κουμαριές, που ήτανε κατακόκκινες από τα κούμαρα. το μαντρί ήτανε τριγυρισμένο με ξεροτρόχαλο [=ξερολιθιά].

Οι τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σε μια σπηλιά που βρισκότανε παραμέσα και πιο ψηλά από τη μάντρα και που κοίταζε κατά τη νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, με τρία - τέσσερα χωρίσματα, κι αψηλή ως τρία μπόγια. Τα ζωντανά σταλιάζανε κάτω από τις χαμηλές σάγιες, που έσκυβες για να μπεις μέσα. Σωροί από κοπριά στεκόντανε εδώ κ' εκεί, και βγάζανε μια σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, το χώμα ήτανε σκουπισμένο και καθαρό, γιατί οι τσομπάνηδες ήτανε μερακλήδες, και βάζανε τα παιδιά και σκουπίζανε ταχτικά με κάτι σκούπες κανωμένες από αστοιβιές.

Αρχιτσέλιγκας ήτανε ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, ένας άνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ανάμεσα στα γίδια και στα πρόβατα. Ήτανε μαύρος, μαλλιαρός, με γένεια μαύρα κόρακας, σγουρά και σφιχτά σαν του κριαριού. Φορούσε σαλβάρια κοντά ως το γόνατο, σελάχι στη μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριά τζεσμέδια στα ποδάρια του. το κεφάλι του το είχε τυλιγμένο μ' ένα μεγάλο μαντίλι σαν σαρίκι, κ' οι μαρχαμάδες [= τα κρόσια] κρεμόντανε στο πρόσωπό του. Αρχαίος άνθρωπος!
Είχε δυο παραγυιούς, τον Αλέξη και τον Δυσσέα, δυο παλληκαρόπουλα ως είκοσι χρονών. Είχε και τρία παιδιά, που τους βοηθούσανε στ' άρμεγμα και κοιτάζανε το μαντρί νά 'ναι καθαρό. Αυτές οι έξι ψυχές εζούσανε σε κείνο το μέρος, κρυφά από τον Θεό. Ανάρια βλέπανε άνθρωπο.

Η σπηλιά ήτανε καπνισμένη κι ο βράχος είχε μαυρίσει ως απάνω από την καπνιά που έβγαινε από το στόμα της σπηλιάς. Εκεί μέσα είχανε τα γιατάκια τους, σαν μεντέρια, στρωμένα με προβιές. Στους τοίχους της σπηλιάς είχανε μπήξει παλούκια μέσα στις σκισμάδες του βράχου, και κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια και μαχαίρια, λες κ' ήτανε λημέρι των ληστών. Απ' έξω φυλάγανε οι σκύλοι, όλοι άγριοι σαν λύκοι.

Η ακροθαλασσιά βρισκότανε ως ένα τσιγάρο απόσταση από τη μάντρα. Ήτανε έρημη, κι άλλο δεν ακουγότανε εκεί πέρα παρά μοναχά ο αγκομαχητός του πελάγου, μέρα - νύχτα. Με τον βοριά απάγκιαζε, και καμμιά φορά πόδιζε κανένα καΐκι. Αλλιώς δεν έβλεπες βάρκα πουθενά. Από το μαντρί αγνάντευε κανένας το πέλαγο ανάμεσα στα δέντρα, και το μάτι ξεχώριζε καθαρά τα βουνά της Μυτιλήνης.

Την παραμονή τα Χριστούγεννα, είπαμε πως ο καιρός χάλασε, κι άρχισε να πέφτει χιονόνερο. Οι τσομπάνηδες είχανε μαζευτεί στη σπηλιά κι ανάψανε μια μεγάλη φωτιά και κουβεντιάζανε. Τα παιδιά είχανε σφάξει δυο αρνιά και τα γδέρνανε. Ο Αλέξης έβαλε απάνω σ' ένα ράφι μυτζήθρες και τυρί ανάλατο μέσα στα τυροβόλια, αγίζι και γιαούρτι. Ο Δυσσέας είχε μια παλιά Σύνοψη, κ' επειδή γνώριζε λίγο από ψαλτικά κ' ήξερε και πέντε γράμματα, διάβαζε τις Κυριακάδες κι όποτε ήτανε γιορτή κανένα τροπάρι και λιγοστά από τον Εξάψαλμο. Εκείνη την ώρα φυλλομετρούσε τη Σύνοψη, για να δει τι γράμματα ήτανε να πει.

Θά 'τανε ώρα σπερινού. Κείνη την ώρα ακούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πως θά 'τανε τίποτα κυνηγοί. το ένα παιδί, που είχε πάγει να φέρει ξύλα με τον γάϊδαρο, είπε πως το πρωΐ είχε ακούσει τουφεκιές κατά την από μέσα θάλασσα, κατά την Άγια-Παρασκευή. Οι σκύλοι πιάσανε και γαβγίζανε όλοι μαζί και πεταχτήκανε όξω από τη μάντρα.

Σε λίγο φανερωθήκανε από πάνω από τη σπηλιά δυό άνθρωποι με τουφέκια, και φωνάζανε τους τσομπάνηδες να μαζέψουνε τα σκυλιά, που χυμήξανε απάνω τους. Ο Σκούρης άφησε τους ανθρώπους κι άρπαξε ένα από τα ζαγάρια πού 'χανε οι κυνηγοί και το ξετίναζε να το πνίξει. Ο κυνηγός έρριξε απάνου του, και τα σκάγια τον πόνεσανε και γύρισε πίσω, μαζί με τ' άλλα μαντρόσκυλα, που πηγαίνανε πισώδρομα όσο κατεβαίνανε οι κυνηγοί. Τέλος πάντων, εβγήκε ο Μπαρμπάκος με τους άλλους και πιάσανε τον Σκούρη και τον δέσανε, διώξανε και τ' άλλα σκυλιά.

«Ώρα καλή, βρε παιδιά!» φώναξε ο Παναγής ο Καρδαμίτσας, ζωσμένος με τα φυσεγκλίκια, με το ταγάρι γεμάτο πουλιά.

Ο άλλος, που ήτανε μαζί του, ήτανε ο γυιός του ο Δημητρός.
«Πολλά τα έτη!» αποκριθήκανε ο Μπαρμπάκος κ' η συντροφιά του. «Καλώς ορίσατε!»
Τους πήγανε στη σπηλιά.
«Μωρέ, τ' είν' εδώ; Παλάτι! Παλάτι με βασιλοπούλες!» είπε ο μπάρμπα-Παναγής, δείχνοντας τις μυτζήθρες που αχνίζανε.

Τους βάλανε να καθήσουνε, τους κάνανε καφέ. Οι κυνηγοί είχανε κονιάκι. Κεραστήκανε.
«Βρε αδερφέ», έλεγε ο μπάρμπα-Παναγής, «ποιος να τό 'λεγε, χρονιάρα μέρα, πως θα κάνουμε Χριστούγεννα στο σπήλαιο που εγεννήθη ο Χριστός! Εχτές περάσαμε στην Άγια - Παρασκευή, να κυνηγήσουμε λίγο. Ε, δικός μας είναι ο ηγούμενος, κοιμηθήκαμε στο μοναστήρι, και σήμερα την αυγή βγήκαμε στο κυνήγι. Βλέποντας πως φουρτούνιασε ο καιρός, είπαμε πως δε θα μπορέσουμε να περάσουμε το μπουγάζι με τη σαπιόβαρκα του μπάρμπα-Μανώλη του Βασιλέ. Κ' επειδή ξέραμε απ' άλλη φορά το μαντρί, και με το κυνήγι πέσαμε σε τούτα τα σύνορα, είπαμε νά 'ρθουμε στ' αρχοντικό σας... Μωρέ, τι σκύλο έχετε; Αυτό είναι θηρίο, ασλάνι και καπλάνι!
Μπρε, μπρε, μπρε! το ζαγάρι το πετσόκοψε! Για κοίταξε τι χάλια το 'κανε!»

Και γύρισε σε μια γωνιά της σπηλιάς, που κλαμούριζε το σκυλί κ' έτρεμε σαν θερμιασμένο.
«Έλα δω, Φλοξ! Φλοξ!»
Μα η Φλοξ από την τρομάρα της τρύπωνε πιό βαθιά.
Άμα ήπιανε δυό-τρία κονιάκια, ο μπάρμπα-Παναγής άρχισε να μασά τα μουστάκια του, και στο τέλος έπιασε να τραγουδά:

Καλήν εσπέραν, άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,
Χριστού την θείαν γέννησιν να πω στ' αρχοντικό σας.

Ύστερα ο Δυσσέας έψαλε το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε».
Εκείνη την ώρα ακούσανε πάλι τα σκυλιά να γαβγίζουνε. Στείλανε τα παιδιά να δούνε τι είναι. Ο αγέρας είχε μπουρινιάσει κ' έρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο!

Σε λίγο πάψανε τα σκυλιά, και γυρίσανε πίσω τα παιδιά. Από πίσω τους μπήκανε στη σπηλιά τρεις άντρες, που φαινόντανε πως ήτανε θαλασσινοί, και δυό καλόγεροι, βρεμένοι όλοι και ξυλιασμένοι απ' το κρύο. Τους καλωσορίσανε, τους βάλανε και καθήσανε.

Μόλις πήγε κοντά στη φωτιά ο πρώτος, ο καπετάνιος, τον γνώρισε ο Μπαρμπάκος κ' έβγαλε μια χαρούμενη φωνή. Ήτανε ο καπετάν-Κωσταντής ο Μπιλικτσής, που ταξίδευε στην Πόλη. Είχε περάσει κι άλλη φορά από τη Σκρόφα, κ' είχανε δέσει φιλία με τον Μπαρμπάκο, που δεν ήξερε τι περιποίηση να τους κάνει. οι άλλοι δυό ήτανε γεμιτζήδες κι αυτοί, άνθρωποι του καϊκιού του.

Ο ένας από τους καλόγερους, ένας σωματώδης με μαύρα γένεια, ομορφάνθρωπος, ήτανε ο πάτερ-Σιλβέστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ο άλλος ήτανε λιγνός, με λίγες ανάριες τρίχες στο πηγούνι, σαν τον Άγιο Γιάννη τον Καλυβίτη. Τον λέγανε Αρσένιο Σγουρή.

Ο καπετάν-Κωσταντής ερχότανε από την Πόλη και πήρε στο καΐκι τον πάτερ-Σίλβεστρο, που είχε πάγει στην Πόλη από τ' Άγιον Όρος για ελέη, κ' ήθελε να κάνει Χριστούγεννα στην πατρίδα του. Ο πάτερ-Αρσένιος είχε ταξιδέψει μαζί του από τη Μονή του Παντοκράτορας στο Όρος, κ' ήτανε από τη Θεσσαλία.

Ταξιδέψανε καλά. Μα σαν καβατζάρανε τον Κάβο-Μπαμπά, ο αγέρας μπουρίνιασε, κι όλη τη μέρα αρμενίζανε με μουδαρισμένα πανιά και με τον στάντζο, ως που φτάξανε κατά το βράδυ απ' έξω από το Ταλιάνι. Ο καιρός σκύλιαξε κι ο καπετάνιος δεν μπόρεσε να 'μπει στο μπουγάζι, να κάνουνε Χριστούγεννα στην πατρίδα.
Αποφάσισε λοιπόν να ποδίσει, και πήγε και φουντάρισε στ' απάγκειο, πίσω από έναν μικρόν κάβο, από κάτω από το μαντρί. Κ' επειδή θυμήθηκε τον φίλο του τον Μπαρμπάκο, πήρε τους γέροντες και τους δυο άλλους νοματέους και τραβήξανε για το αγίλι [=μαντρί]. Στο τσερνίκι είχανε αφήσει τον μπαρμπ' - Απόστολο με τον μούτσο.

Σάν είδανε πως στη σπηλιά βρισκότανε κι ο κυρ-Παναγής με τον κυρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρά και φασαρία.

«Μωρέ να δεις», έλεγε ο κυρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε το τροπάρι, κι απάνω που λέγαμε «εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες υπό αστέρος εδιδάσκοντο...», φτάξατε κ' εσείς οι μάγοι με τα δώρα! Γιατί βλέπω μια νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσόν και λίβανον»!
Χα! Χα! Χα!» - γελούσε δυνατά ο κυρ-Παναγής, μισομεθυσμένος και ψευδίζοντας, και χάϊδευε την κοιλιά του, γιατί ήτανε καλοφαγάς.

Στο μεταξύ ο πάτερ - Αρσένιος ο Σγουρής ζωντάνεψε ο καϊμένος, κ' είπε σιγανά χαμογελώντας και τρίδοντας τα χέρια του:

«Δόξα σοι ο θεός, Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, που μας ελύτρωσες εκ του κλύδωνος!» κ' έκανε τον σταυρό του.

Ο πάτερ - Σίλβεστρος είπε να σηκωθούνε όρθιοι, κ' είπε λίγες ευχές, το «Χριστός γεννάται», κ' ύστερα με τη βροντερή φωνή του έψαλε:
«Μεγάλυνον, ψυχή μου, την τιμιωτέραν και ενδοξοτέραν των άνω στρατευμάτων.

Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον. Ουρανόν το σπήλαιον, θρόνον χερουβικόν την Παρθένον, την φάτνην χωρίον, εν ω ανεκλίθη ο αχώρητος Χριστός ο Θεός, ον ανυμνούντες μεγαλύνομεν.»

Ύστερα καθήσανε στο τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο και χαρούμενο δεν έγινε σε κανένα παλάτι. Τρώγανε και ψέλνανε. Και του πουλιού το γάλα είχε απάνω, από τα μοσκοβολημένα τ' αρνιά, τα τυριά, τα μανούρια, τις μυτζήθρες, τις μπεκάτσες και τ' άλλα πουλιά του κυνηγιού, ως τη λακέρδα και τ' άλλα τα πολίτικα που φέρανε οι θαλασσινοί, καθώς και κρασί μπρούσικο.

Όξω φυσομανούσε ο χιονιάς, και βογγούσανε τα δέντρα κ' η θάλασσα από μακριά. Ανάμεσα στα βουΐσματα ακουγόντανε και τα κουδούνια από τα ζωντανά που αναχαράζανε. Μέσα από τη σπηλιά έβγαινε η κόκκινη αντιφεγγιά της φωτιάς μαζί με τις ψαλμωδίες και με τις χαρούμενες φωνές. Κι ο κυρ-Παναγής έκλεβε κάπου-κάπου λίγον ύπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ' ύστερα ξυπνούσε κ' έψελνε μαζί με τη συνοδεία.

Αληθινά, από τη Γέννηση του Χριστού δεν έλειπε τίποτα. Όλα υπήρχανε: το σπήλαιο, οι ποιμένες, οι μάγοι με τα δώρα, κι ο ίδιος ο Χριστός ήτανε παρών με τους δύο μαθητές του, που ευλογούσανε «την βρώσιν και την πόσιν».

Φώτη Κόντογλου

Αναδημοσίευση από το paidika.gr

Καλά Χριστούγεννα!!!

Ο καιρός δεν λέει να μας θυμίσει Χριστούγεννα, χθες έπινα καφέ στο Θησείο καθισμένος έξω... Η διάθεση δεν είναι η καλύτερη αλλά και τι σκατά να φας, πρέπει να σταθείς όρθιος, "tomorrow will be another day", που έλεγε και η Scarlett, όχι η Johansson, η άλλη η προπολεμική...

Καλά Χριστούγεννα να έχουμε, να περάσουμε όλοι όσο καλύτερα μπορούμε, υγεία, ευτυχία και κανένα φράγκο δεν θα ήταν άσχημο...

Ακολουθεί η φωτογραφία του πακέτου που έφερε ο πατέρας μου στον εγγονό του (έχει λαλήσει, ο παππούς όχι ο εγγονός) ο οποίος ψάχνει διαρκώς τρόπους να του κάνει δώρα...

Το πακέτο του παππού!!!

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2009

Χρόνια πολλά με υγεία σε όλους!!!



Υ. Γ. Σήμερα μίλησα με ένα καλό, παιδικό μου φίλο μετά από πολύ καιρό που είχαμε χαθεί και φταίχτης ήμουν εγώ... "Ευκαιρία" για να τον πάρω τηλέφωνο ήταν η ονομαστική του γιορτή και χάρηκα πολύ που τον άκουσα, ότι είναι καλά αυτός και η οικογένειά του και που κανονίσαμε να ξαναβρεθούμε...

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2009

Flash Christmas Card...

Για το Wix και τις δυνατότητές του τα έχουμε ξαναπεί εδώ... Σήμερα είχα δημιουργική διάθεση και έφτιαξα μια απλή χριστουγεννιάτικη κάρτα... Η αλήθεια βέβαια είναι ότι δεν την έφτιαξα μόνος μου αλλά με την καλλιτεχνική επιμέλεια της Μ. η οποία όταν είδε αυτό που έφτιαχνα που ήταν "μπουκωμένο" από αστεράκια, καμπανάκια, ταρανδάκια και αγιοβασιλάκια, έφριξε... Καλές γιορτές να έχουμε και καλή ξεκούραση, ξεκινάει κι η άδειά μου από Τρίτη...

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2009

Ρε, γαμώ το Christmas Spirit μου!!!

Καλό το Christmas Spirit, δεν λέω, αλλά αυτό που γίνεται αυτές τις μέρες των Χριστουγέννων στους δρόμους δεν περιγράφεται... Χθες στο Mall που είχα πάει για τα δώρα της βαφτιστήρας μου γινόταν προσκύνημα, η Κηφισίας ήταν ένα απέραντο πάρκινγκ και λίγο που είδα την Μεσογείων από πάνω, περνώντας από την Αττική Οδό, ήταν μία από τα ίδια...

Τι κακό είναι αυτό ρε παιδάκι μου κάθε χρονιά, τα διαόλια μου με πιάνουν και δεν θέλω να βγαίνω από το σπίτι πριν κλείσουν τα εμπορικά καταστήματα... Μου έχει τύχει παλιότερα , ίδια εποχή, να κάνω 2,5 ώρες για μια απόσταση 6-7 χιλιομέτρων, από το πατρικό μου στο τέρμα της Ελευθερίου Βενιζέλου, στην Νέα Σμύρνη στα πρατήρια!!! Αφού η κακομοίρα η μάνα μου με έψαχνε στο κινητό, νόμισε ότι κάτι έπαθα, ότι τρακάρισα...

Βγαίνεις ρε παιδάκι μου σαν το χάχα, με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά που νιώθεις επιτέλους λεφτάς, να live μια φορά κι εσύ your myth in Greece και μέχρι να γυρίσεις σπίτι έχεις μνημονεύσει όλους τους αγίους της Ορθόδοξης και Καθολικής εκκλησίας μαζί...

Ρε, γαμώ το Christmas Spirit μου!!!

Φέτος με βλέπω να πηγαίνω να ψωνίσω τα (υπόλοιπα) δώρα με το ποδήλατο, δεν γίνεται να χρειάζομαι ηρεμιστικά για να την παλέψω μέχρι το ρεβεγιόν, ως εδώ, δεν την ξαναπατάω...